Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Υπήρχαν και θα υπάρξουν φορές

Κάποιες στιγμές χρειάζομαι να γυρίσω πίσω στο χθες και να δω όλα εκείνα στα οποία οι γύρω μου 'παν : "έκανες λάθος". Αυτές είναι οι φορές που έχει περάσει χρόνος για να σκεφτώ το πως λειτούργησε ο χρόνος, το πως πέρασε το φως πάνω από καταστάσεις. Το πως κρύφτηκε το σκοτάδι από τα σκαθάρια της μέρας.

Χρόνος γεμάτος από χαρές, λύπες, εντάσεις και ηρεμία. Χρόνος που το "άπλωμα" ταυτίστηκε το "μάζεμα" του κάβου καταμεσής κάποιας αντάρας. Χρόνος που το "χθες" ταυτίστηκε με το "πάντα" και τα "πιστεύω" μου με το πάθος, τα αδιανόητα και τα αδύνατα για τα οποία πάλεψα και νίκησα. Χρόνος που τα εμπόδια του με γέμισαν με δύναμη και οι χαρακιές του μου σήκωσαν ασπίδες έτσι ώστε, όχι μόνο να αντέξω μα και να περάσω απέναντι. Ένας αγώνας, έτσι. Για τις αρχές και τα ιδεώδη μου.



Και ύστερα ; Τι ακολουθεί άραγε ; Τι είναι αυτό που ονομάζεται αύριο ; Τίποτα. Απλά εκείνο που, μεθαύριο θα το βλέπω, θα το κρίνω και κυρίως θα το αντιμετωπίζω ως χθες. Ένα χθες
που θα έχει και αυτό τον χώρο του, την κριτική μα και την ελπίδα πως θα επαναληφθεί ως "αύριο" και ίσως ως "πάντα".

Και όλα αυτά μιας και αγαπώ κάθε μου λάθος, πάθος και κυρίως κάθε μου γωνιά της σκέψης μου. Και τι γίνεται με το τετριμμένο : τα λάθη σου, θα τα άλλαζες ; Η απάντηση είναι μιά. ΟΧΙ. 

Τα "λάθη" μου, αυτά που λένε ως "λάθη" μου είναι εγώ. Και αν όντως ονομάστηκαν ως "λάθη" μου και πήραν αυτό τον επιθετικό προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό από τρίτους. Κενούς, δειλούς μα και ρακένδυτους. Ως υπάρξεις και ως ψυχές.

Τελικά, δε χρειάζομαι χάρτες. Δεν θέλω ρότες και λιμάνια. Δε χρειάζομαι την μπουνάτσα για να βγάλω νέες πορείες. Έμαθα και ξέρω να το κάνω και μέσα σε ταραχές. Και μου αρέσει. Μακρυά από όσους κρύβονται μέσα σε ρωγμές και σε φτιασίδια. Μακρυά από όσα χάνονται στην πρώτη ψιχάλα.

Το ανωτέρω είναι ο πρόλογος του "Ιερά Τράπεζα"